ζαβιά

ζαβιά

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ζαβιά" в других словарях:

  • ζαβιά — η (Μ ζαβία) η ιδιότητα τού ζαβού, η πνευματική καθυστέρηση, η ζαβάδα, η ανοησία νεοελλ. 1. εναντιότητα περιστάσεων, αναποδιά 2. αδεξιότητα, απροσεξία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζαβία < ζαβός] …   Dictionary of Greek

  • ζαβάδα — και ζαβάγρα και ζαβιά, η (Μ ζαβάδα και ζαβάγρα) [ζαβός] 1. η ιδιότητα τού ζαβού*, σκολιότητα, διαστροφή, στράβωμα, λοξάδα, κάμψη ενός πράγματος, η κακοτεχνία («η πόρτα έχει κάποια ζαβάδα») 2. (μτφ. για ανθρώπους) α) σκολιότητα χαρακτήρα,… …   Dictionary of Greek

  • ζαβοσύνη — η [ζαβός] 1. η ιδιότητα τού ζαβού, η στρεβλότητα 2. αδεξιότητα, ζαβιά, ζαβάδα …   Dictionary of Greek

  • Γαλεώτες — Αρχαία φυλή στην Σικελία, που ασκούσαν τη μαντεία με γαλεώτας (σαύρες). Κατ’ άλλους, ονομάστηκαν έτσι από τον Γαλεό ή Γαλεώτη, γιο του Απόλλωνα και της Θεμιστούς (κόρης του Ζαβία, βασιλιά των Υπερβόρειων), αδελφό του Τελεμισσού …   Dictionary of Greek

  • Τελμισσός — Μυθολογικό πρόσωπο, γιος του Απόλλωνα και της Θεμιστώς, κόρης του Ζαβία, βασιλιά του λαού των Υπερβορείων, αδελφός του Γελεώτη ή Γελεού. Οι δυο αδελφοί, έπειτα από χρησμό, ίδρυσαν βωμούς στη Σικελία και στην Καρία. Ο Τ. έχτισε την ομώνυμη πόλη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»